ΣΙΝΕΜΑ: Οι έλληνες της διασποράς

21-11 2012

ΣΙΝΕΜΑ: Οι έλληνες της διασποράς

Life style

 

Αφιέρωμα σε 5 σκηνοθέτες από το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου

 

 
«Η αναδρομή σε σκηνοθέτες ελληνικής καταγωγής, που κυρίως λόγοι πολιτικοί και οικονομικοί τους εξανάγκασαν στη μετανάστευση, παραπέμπει στη σύγχρονη πραγματικότητα που οδηγεί τους νέους μας σκηνοθέτες στον ίδιο δρόμο. Στο πλαίσιο της σύγχρονης τάσης επανανακάλυψης των διπλών ταυτοτήτων, τόσο η πρόταση για μια νέα ανάγνωση καταξιωμένων σκηνοθετών (Ελία Καζάν, Νίκος Παπατάκης, Τζον Κασσαβέτης, Ροβήρος Μανθούλης), όσο και η ανακάλυψη του σημαντικού Άδωνι Κύρου, γνωστού στη χώρα μας μόνο για το μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Ο Σουρρεαλισμός στον κινηματογράφο και την ταινία του "Το μπλόκο", αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον». Λίγα λόγια για τους σκηνοθέτες και τις ταινίες τους:
 
ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΤΑΚΗΣ: Ο επίσης εγκατεστημένος στο Παρίσι αλλά γεννημένος στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας από έλληνα πατέρα και αβησσυνή μητέρα, Νίκος Παπατάκης (Αντίς Αμπέμπα 1918 -Παρίσι 2010), περισσότερο γνωστός ως Nico Papatakis, θα σκηνοθετήσει το 1963 τις «Αβύσσους» (Les abysses). Λίγα χρόνια μετά, το 1967, ο Παπατάκης θα έρθει στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει τους «Βοσκούς (της αναταραχής)», αποτυπώνοντας τη μετάβαση από τον επαρχιωτισμό σ’ έναν «πρόχειρο» εξευρωπαϊσμό στο μεταίχμιο της δικτατορίας, κατά πολλούς μία από τις σημαντικότερες ίσως ταινίες στην ελληνική κινηματογραφία. Οι «Άβυσσοι» αποτελούν την πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Παπατάκη. Βασισμένη, όπως και Οι δούλες (1947) του Ζενέ, στο πραγματικό περιστατικό των αδερφών Παπέν που συγκλόνισε το 1933 τη Γαλλία, η ταινία εκπροσώπησε επίσημα τη χώρα στο Φεστιβάλ των Καννών προκαλώντας αντιδράσεις, κι έγινε αντικείμενο ανάλυσης πολλών γάλλων διανοητών, μεταξύ των οποίων και οι Ζαν-Πολ Σαρτρ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Ζακ Λακάν, Αντρέ Μπρετόν, Ζακ Πρεβέρ, Ζαν Ζενέ. Ο Παπατάκης λέει για την ταινία: «Παρότι αφετηρία μου ήταν ένα πραγματικό γεγονός, δε θέλησα ποτέ να κάνω μία ταινία βεριστική, ούτε καν ρεαλιστική. Επέλεξα ένα συγκεκριμένο λυρισμό -ή μάλλον μια συγκεκριμένη βία την οποία προσέφερε ο λυρισμός-, μιας και η αλήθεια δεν είναι ποτέ δεδομένη στον κόσμο του θεάματος: μπορούμε μόνο να την αναδημιουργήσουμε».
 
EΛΙΑ ΚΑΖΑΝ: Την ίδια χρονιά στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ο επίσης ελληνικής καταγωγής Ηλίας Καζαντζόγλου, καταξιωμένος και καθιερωμένος πια ως Eλία Καζάν με δεκαπέντε ταινίες στο ενεργητικό του, μεταξύ των οποίων και πολλές βραβευμένες, θα γυρίσει το επικό «Αμέρικα, Αμέρικα» (America, America), που θα αποσπάσει το Όσκαρ Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης. Πρώτης γενιάς μετανάστης στις ΗΠΑ, ο Καζάν (Κωνσταντινούπολη 1909 – Νέα Υόρκη 2003), γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, αναπαριστά την οδύσσεια ενός μετανάστη, εμπνεόμενος από την ιστορία του θείου του που ξεκινά το 1896 από τα παράλια της Μικράς Ασίας για την υπερατλαντική γη της επαγγελίας. Η προσωπική εξομολόγηση του σκηνοθέτη ταυτίζεται με το αρχέτυπο του «τραγικού» μετανάστη που εξακολουθεί να ταλανίζει τον ελληνισμό σε μια ταινία-σταθμό, με πρωταγωνιστή το νεαρό τότε Στάθη Γιαλελή και υπό τους ήχους του Χατζιδάκι.
 
ΤΖΟΝ ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ: Δεύτερης γενιάς μετανάστης στις ΗΠΑ, ο Τζον Κασσαβέτης  (Νέα Υόρκη 1929 – Λος Άντζελες 1989), επίσης καταξιωμένος ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης, με μεγαλύτερη ωστόσο ανεξαρτησία από τα αμερικανικά στούντιο σε σχέση με τον Καζάν και θιασιώτης ενός πιο «χειροποίητου» κινηματογράφου, θα γυρίσει περίπου μία δεκαπενταετία αργότερα το «Θάνατο ενός Κινέζου μπούκι» (Τhe Killing of a Chinese Bookie, 1978). Κατάφωτα σκοτεινό, αυτό το φιλμ νουάρ, που περιγράφει με τη διεισδυτική δεξιοτεχνία και καταλυτική ματιά του Κασσαβέτη την αυτοκαταστροφή του αρχετυπικού ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου, Κόσμο Βιτέλλι, στηλιτεύτηκε κατά την έξοδό του στις αίθουσες, για να θεωρηθεί αργότερα μεταξύ των καλύτερων ταινιών του σκηνοθέτη. Ο ίδιος λέει για την ταινία του: «Η ταινία αυτή δεν άρεσε πολύ, εκτός από δύο-τρεις αμερικανούς κριτικούς. Για μένα, αυτή είναι η ταινία που με ενδιαφέρει περισσότερο από όλες τις άλλες, σαν τους γονείς που έχουν αδυναμία στο λιγότερο αγαπητό τους παιδί […]. Στήσαμε την ιστορία σ’ ένα βράδυ μαζί με τον Μάρτιν Σκορσέζε, για έναν ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου που είναι ένας κομφορμίστας που τα κάνει όλα σωστά, κι αυτός είναι και ο λόγος της αυτοκαταστροφής του».
 
ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ: Λόγοι πολιτικοί θα οδηγήσουν τον Ροβήρο Μανθούλη (1929) στο Παρίσι, όπου και θα παραμείνει έκτοτε. Η μεγάλη επιτυχία της τέταρτης ταινίας του «Πρόσωπο με πρόσωπο» στο Διεθνές Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου στην Υέρ της Νότιας Γαλλίας θα συμπέσει με την αυτοεξορία στο Παρίσι αμέσως μετά το χουντικό πραξικόπημα του 1967. Εκείνα τα χρόνια γεννιέται και η ιδέα του «Lilly’s Story» μαζί με την επίσης αυτοεξόριστη Μελίνα Μερκούρη. Την προετοιμασία αυτής της ταινίας που δε γυρίστηκε ποτέ περιγράφει σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το «Lilly’s Story» (2002), αναφερόμενο σε εκείνη την εποχή και τους έλληνες εξόριστους στο Παρίσι λόγω της δικτατορίας στην Ελλάδα. Έρωτες, τραγικές και κωμικές ιστορίες που έζησαν οι έλληνες διανοούμενοι, απάτριδες της διασποράς, σε μια νεκρή ζώνη, σ’ έναν τόπο εξορίας. Την ταινία θα προλογίσει ο σκηνοθέτης της, Ροβήρος Μανθούλης.
 
ΑΔΩΝΙΣ ΚΥΡΟΥ: «Όταν βλέπω σύγχρονες ψυχολογικές ταινίες, αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι ότι υπάρχει μια ιστορία, υπάρχουν δύο, τρία, τέσσερα πρόσωπα που αναλύονται και δεν υπάρχει ποτέ κάτι που να παρεκκλίνει απ’ αυτή καθαυτή την ιστορία. Υπάρχει δηλαδή ένα γεγονός που απογυμνώνεται ολοκληρωτικά από την παράλογη, ποιητική, αναπάντεχη, αστεία, επιθετική, σοκαριστική πλευρά του. Τα πράγματα σήμερα δίνονται σαν σκονάκια για να τα καταπιούμε». Έτσι μιλούσε πριν από τριάντα χρόνια ο Άδωνις Κύρου (Αθήνα, 1923 – Παρίσι, 1985). Καλλιτεχνική προσωπικότητα της πολιτικής διασποράς, παιδί γνωστής συντηρητικής οικογένειας στο χώρο του αθηναϊκού Τύπου, ο Άδωνις Κύρου, σε εφηβική ακόμη ηλικία, μπαίνει στην Αντίσταση. Στις αρχές του '45 διαφεύγει μόνος στο Παρίσι έπειτα από σοβαρό τραυματισμό. Επιβιώνει σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιεί σπουδές λογοτεχνίας και δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις πολιτιστικού περιεχομένου (με ψευδώνυμο) σε ελληνικές εφημερίδες. Η σύνδεσή του με τη μεταπολεμική ομάδα των σουρεαλιστών, τον εκδότη Ερίκ Λοσφέλντ, όπως και τους επαγγελματίες του σινεμά, τον οδηγούν στην καριέρα του κριτικού κινηματογράφου και σκηνοθέτη. Ιδρυτής του πρωτοποριακού περιοδικού L' Age du cinéma στη δεκαετία του '50 και στη συνέχεια τακτικός συνεργάτης στο Positif (1956-1970), ο Άδωνις Κύρου διακρίνεται με το πολυμεταφρασμένο του βιβλίο Ο σουρεαλισμός στον κινηματογράφο (εκδ. Κάλβος, 1976, μτφρ. Ευγενία Χατζίκου), αλλά και επικρίνεται για τις αρκετά ριζοσπαστικές τοποθετήσεις του, είτε καλλιτεχνικές είτε ιδεολογικές. Στο πλαίσιο του αφιερώματος στον Άδωνι Κύρου, θα προβληθούν πέντε μικρού μήκους ταινίες του για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
 
 
Info: Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, έως τις 25 Νοεμβρίου. Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136, τηλ.: 210.36.09.695 και κινηματογράφος Τιτάνια, Πανεπιστημίου & Θεμιστοκλέους, Ομόνοια, τηλ.: 210.38.11.147.
 
 
 
 
 
 
doctv.gr
VN:F [1.9.22_1171]
Υπέρ 0
Κατά 0